Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ[1]



Έλληνας ποιητής και συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων (Κωνσταντινούπολη 1890 – Αθήνα 1953). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Γαλλία, Βέλγιο και Ελβετία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1924 ήταν διευθυντής της αθηναϊκής εφημερίδας Ελεύθερος Λόγος. Διατέλεσε επίσης ανταποκριτής στην Αθήνα, της μεγαλύτερης εφημερίδας Αλ Αχράμ του Καΐρου.
Μια διάχυτη μελαγχολία διαπότισε τα ποιήματά του με ένα αίσθημα αθυμίας και πίκρας και την ανάγκη μιας φυγής. Αν και νεότερος κάπως, εντάσσεται στο κλίμα της λεγόμενης γενιάς του «μεσοπολέμου», όπου κυριαρχεί η ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η συλλογή του Spleen (1972), που χρωστάει τον τίτλο της στη γνωστή μπωντλαιρική διάθεση φυγής και νοσταλγίας. Αλλά η καλύτερη πλευρά του Ουράνη εκφράζεται με τα ταξιδιωτικά του έργα, όπου η υποκειμενική-ρομαντική και αισθητική-θεώρηση των πραγμάτων, συνδυασμένη με μιαν ευσυνείδητη πρόθεση να μην αλλοιωθεί το φυσικό τοπίο ή το κοινωνικό περιβάλλον, δημιουργούν ένα ισόρροπο αποτέλεσμα και διαμορφώνουν ένα αυτόνομο λογοτεχνικό είδος. Το αξιολογότερο ταξιδιωτικό βιβλίο του Ουράνη είναι το αφιερωμένο στην Ισπανία (Sol y Sombra, 1934-1954 συμπληρωμένο).
Μερικά από τα έργα του αποτελούν: Σαν Όνειρα(1909), Νοσταλγίες(1920), ποιητικές συλλογές: Κάρολος Μπωντλαίρ (Αλεξάνδρεια 1918), Αχιλλεύς Παράσχος (1944), πεζά: Σινά (1944), Γλαυκοί Δρόμοι (1947), Ταξίδια στην Ελλάδα (1949).


Ενδεικτικά αναφέρονται[2]:



ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΕΝΑ ΠΕΝΘΙΜΟ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΔΕΙΛΙ…

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι
μεσ’ στην κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος.
στη στερνήν αγωνία μου τη βροχή θέ ν’ ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι
μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρούν στο κρεββάτι μου, θέ να ‘ρθεί ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ’ τους φίλους, που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: « Τον Ουράνη μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε…»
θ’ απαντήσει άλλος, παίζοντας: «Μ’ αυτός έχει πεθάνει!».
Μια στιγμή θ’ απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι.
θε να πουν: « Τ ‘ είναι ο άνθρωπος! Χτες ακόμα εζούσε…»
_ και , βουβοί, στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.
Κάποιος θα ‘ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει
πως « προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχόμενην ».
Κι αυτή θα ‘ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα ‘ναι όλοι οι φίλοι μου – κ’ ίσως – ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι.
και μια Κέττυ, θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα – και νεκρό θα με βρίσει…




ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

Τ’ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι,
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο,
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ’ Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και σε λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για την λατρεία
της Αφροδίτης, - του έρωτα τη θριαμβική θεά.
Μα το ταξίδι είταν μακρύ κ’ η χειμωνιά μας βρήκε!..
Οι φανταχτές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τα’ άνθη εμαραθήκαν
και, κάτου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τα’ αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο.





ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ Ή ΔΙΑΝΟΗΤΗΣ;


Ο καλλιτέχνης που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, ονομάζεται σταρ, επώνυμος. Ο καλλιτέχνης όμως που πουλάει τα έργα του όσο, όσο στο πεζοδρόμιο, πώς λέγεται;
Παλιότερα, υπήρχε ο διαχωρισμός ανάμεσα στους ποιητές της « αστικής τάξης » και τους « περιθωριακούς » ποιητές, οι οποίοι δεν εξέφραζαν με τον τρόπο ζωής τους, την κρατούσα ηθική της εποχής. Κυρίως ως περιθωριακοί θεωρούνταν οι « μαύροι ποιητές », αυτοί οι οποίοι μέσα από μια διάχυτη μελαγχολία που κυλούσε στις ρεματιές της ψυχής τους, έδιναν ένα διαφορετικό νόημα στην ζωή. Έδειχναν μιαν άλλη εικόνα του κόσμου, την οποία λίγοι καταλάβαιναν.
Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από ξεχωριστά πνεύματα, χρειάζεται ομοϊδεάτες, πιστούς φύλακες της σταθερότητας!
Χρόνια πριν, η ιδέα του « Μεγάλου Αδελφού » φαινόταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ποιός θα ανεχόταν μια οθόνη να τον ελέγχει και να του λέει πως θα ενεργεί σε κάθε στιγμή του; Ποιός θα πίστευε ότι ο άνθρωπος θα έμπαινε σε ένα μοτίβο λειτουργίας και δράσης, μουντό και θλιβερό;
Και όμως ο « Μεγάλος Αδελφός » ήλθε! Ίσως όχι με την μορφή της οθόνης, αλλά υπό την μορφή του λόγου. Ορισμένοι θεώρησαν την τηλεόραση ως την μεγαλύτερη δύναμη, προφανώς ξέχασαν τον προφορικό λόγο. Τις λέξεις, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, που φτιάχνουν είδωλα και γκρεμίζουν στερεότυπα.
Εξάλλου πώς θα λειτουργήσει η τηλεόραση; Αυτά που ειπώνονται μέσω αυτής, δεν είναι φράσεις που σχηματίζονται από λέξεις – άρα προφορικό λόγο ή μήπως οι εικόνες δεν δημιουργούν λέξεις, συναισθήματα που εκδηλώνονται μόνο μ’ αυτές;
Επομένως είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς, ότι μπορεί να νικηθεί ο λόγος. Αυτός είναι η δύναμη, είτε ως προφορικός, είτε ως γραπτός.
Λόγω λοιπόν αυτής του της δυικότητας, δύο είναι και οι εκπρόσωποί του.
Για τον προφορικό είναι οι ρήτορες, αυτοί οι άνθρωποι με την έντονη προσωπικότητα, την οξύνοια, το καλλιεργημένο πνεύμα, που δυστυχώς εξέλειψαν από την κοινωνία μας.
Για τον γραπτό είναι οι συγγραφείς, οι ποιητές, όσοι τέλος πάντων μεταχειρίζονται την πένα τους. Τι είναι όλοι αυτοί; Συνήθως τους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός « Διανοούμενοι » δηλαδή, οι πολύ μορφωμένοι άνθρωποι, οι στοχαστές, η ελίτ, η ιντελιγκέντσια, η πνευματική ηγεσία. Είναι όμως όλοι οι εν ευρεία έννοια καλλιτέχνες διανοούμενοι;
Ας ελπίσουμε πως όχι. Οι πρώτοι στοχάζονται πάνω σε δεδομένες φιλοσοφικές βάσεις και ιδεολογικά συστήματα. Οι δεύτεροι χωρίς να μένουν προσηλωμένοι σε στερεότυπες μορφές σκέψης, έχουν την δυνατότητα να « ταξιδεύουν », να ανοίγουν νέους δρόμους, να εφευρίσκουν νέα συστήματα.
Οι διανοούμενοι είναι ενταγμένοι στο σύστημα. Επιζούν, γιατί είναι γρανάζια της μηχανής που ονομάζεται « κοινωνία ».
Οι διανοητές είναι οι « διαφορετικοί ». Αυτοί που οι άλλοι δεν τους αποδέχονται, όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί δεν θέλουν. Δεν θέλουν να τους αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, να τους βγάλουν απ’ την ρουτίνα της καθημερινότητας.
Γι’ αυτούς τους λόγους, ο λόγος, όσο οξύμωρη και αν ακούστηκε αυτή η φράση, πάσχει. Γι’ αυτό μοιάζει με τον Προμηθέα Δεσμώτη.
Πρώτον, επειδή ο ένας εκφραστής του εξαφανίστηκε όπως και οι δεινόσαυροι, εκατομμύρια χρόνια πριν.
Δεύτερον, επειδή οι άλλοι δύο εκφραστές του, βρίσκονται σε διαμάχη.
Ο κόσμος προσέχει αυτά που είτε λένε, είτε γράφουν οι διανοούμενοι. Άρα συνεχίζουν να εκφράζουν τις αντιλήψεις του κοινωνικού Status.
Αντίθετα, αυτούς που πρέπει ν’ ακολουθήσουν, τους απορρίπτουν. Δεν τους δίνουν καμία σημασία και τους θεωρούν, αποτυχημένους κομπογιανίτες, αργόσχολους που δεν θέλουν να ενταχθούν στην κατά την αντίληψή τους ομαλότητα.
Επομένως ο φαύλος κύκλος της στασιμότητας διατηρείται, το « καινούργιο » δεν μπορεί να αναδειχθεί και οι « φωνές » της αλλαγής δεν μπορούν να ακουστούν.
Εωσότου λοιπόν βρεθεί η « χρυσή τομή » : ‘ Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης ’.

Κατερίνα Μουρτζίνη



ΤΟΤΕ…


Τότε ήταν αργά.
Τώρα;
Τώρα νωρίς για να φύγεις.
Νωρίς και πιο πριν από τότε
για να μετανιώσεις,
για να με μετανιώσεις.
Άλλωστε είναι αργότερα από το αργά
για να νιώσεις,
για να με νιώσεις,
για να δεις αυτά που από τότε
και από πριν είχες φοβηθεί.
Κάποτε…
Κάποτε θα εύχεσαι το τότε, το πριν,
το νωρίς και το αργά,
να είναι μετά.
Μετά κι’ όταν για ακόμη μια φορά,
όπως τώρα και όπως τότε,
είσαι εντός, εκτός και επί του χρόνου,
αγγίζοντας δειλά και μόνο το άπειρο-
-το δικό μου άπειρο,
θα παίζεις τούμπαλιν με τετραγωνισμένα
χρονοδιαγράμματα
ή
απλά με τις λέξεις.Και ανά πάσα στιγμή… θα φεύγεις – πάλι.

Δήμητρα Αναστασοπούλου



[1] Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ»
[2] «ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ», Εκδόσεις: Μάλλιαρη, σελ.247-253.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου